5/1/26

ΑΛΛΟΣ ΠΡΟ ΕΜΟΥ ΚΑΤΑΒΑΙΝΕΙ


«᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει»
(Ιωάν. 5, 7)

«Κύριε», τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος, «δὲν ἔχω κανέναν νὰ μὲ βάλει στὴ δεξαμενὴ μόλις ἀναταραχτοῦν τὰ νερά· ἔτσι, ἐνῶ ἐγὼ προσπαθῶ νὰ πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος ἄλλος κατεβαίνει στὸ νερὸ πρὶν ἀπὸ μένα». 

           Μια κοινωνία ανταγωνισμού η κοινωνία της εποχής μας. Οι άνθρωποι προσπαθούμε να υπερβούμε ο ένας τον άλλον, όχι μόνο ως προς τα υλικά αγαθά, αλλά κι ως προς τις επιτυχίες σε κάθε τομέα της ζωής. Μοιάζει η εποχή μας με ένα αγώνισμα διαδικτυακών παιχνιδιών, στο οποίο ο καθένας μας προσπαθεί να συγκεντρώσει περισσότερους πόντους και να περάσει περισσότερες πίστες σε σχέση με τους άλλους, για να είναι ευχαριστημένος. Δοξάζεται ο φθονερός πολύ πιο εύκολα, από ό,τι επικροτείται ο χαρούμενος, ο ταπεινός, ο μη εριστικός. Και αυτός ο ανταγωνισμός περνά σε κάθε πτυχή των ανθρώπινων σχέσεων. Τι άλλο είναι το bullying, παρά μια απόπειρα του ανθρώπου να ξεχωρίσει επιβάλλοντας τον εαυτό του, τη δύναμή του, την ικανότητά του να έχει ακολούθους στους άλλους που είναι αδύναμοι;

            Αυτός ο ανταγωνισμός διαφαίνεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει το ήθος και το πνεύμα της θυσίας. Όπως επισημαίνει ο παράλυτος της Βηθεσδά στον Χριστό, «μέχρι να πλησιάσω εγώ στο νερό της κολυμβήθρας που ο άγγελος ταράζει, άλλος έχει μπει πριν από μένα μέσα». Κατανοητή η επιθυμία της ίασης. Στην πραγματικότητα όμως η ασθένεια κάνει τον άνθρωπο να σκέπτεται μόνο τον εαυτό του, μόνο τη δική του γιατρειά, και όχι τον πλησίον. Όσοι συγκεντρώνοντας στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, δεν έβλεπαν ποιος έχει περισσότερη ανάγκη να γιατρευτεί. Κοιτούσαν αποκλειστικά τον εαυτό τους. Μικροκοινωνία ζούγκλας στην πραγματικότητα, χωρίς ανθρωπιά. Χωρίς όσοι ήταν εκεί να σκέπτονται τα χρόνια που κάποιος περίμενε. Τριανταοκτώ είχε συμπληρώσει ο παράλυτος. Και ουδέποτε θα γιατρευόταν, αν ο Χριστός δεν τον θεράπευε.

            Σκληροκαρδία υπήρχε όμως και στο περιβάλλον. Οι εχθροί του Χριστού δεν ελέγχθηκαν διότι επί τριανταοκτώ χρόνια άφηναν έναν άνθρωπο να υποφέρει, χωρίς ελπίδα, αλλά έσπευσαν να καταγγείλουν τον Κύριο διότι Σάββατο θεράπευσε τον παράλυτο. Απίστευτη η σκληροκαρδία τους. Σημείο όχι απλώς τυπολατρίας, αλλά και απόλυτης έλλειψης αγάπης, κάτι που ο Μωσαϊκός νόμος δεν το επικροτούσε. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήταν εντολή της Παλαιάς Διαθήκης. Ο παράλυτος ζούσε σε μία κοινωνία ζούγκλας και αδιαφορίας, αλλά και στη δική του μικροκοινωνία η ίδια κατάσταση επικρατούσε. Το έλλειμμα της αγάπης, που μόνο ο Χριστός θεράπευσε, μη ασχολούμενος με την κακία και τη σκληροκαρδία των πολλών.

            Αν ήμασταν στην κατάσταση του παραλύτου, αν τα παιδιά μας ήταν στην κατάσταση του παραλύτου, πόση δύναμη ψυχής και πόση αγάπη θα έπρεπε να έχουμε, για να μην επιλέξουμε να αφήσουμε τον παράλυτο να περιμένει! Από την άλλη, ίσως έχει έρθει ο καιρός να δούμε μήπως το έλλειμμα της αγάπης μάς κάνει γενικώς σκληρόκαρδους στη ζωή. Ο παράλυτος, μπορεί εξαιτίας της γκρίνιας και της δικής του ταλαίπωρης ψυχής να μην είχε κανέναν άνθρωπο κοντά του. Όμως, μια κοινωνία η οποία επιτρέπει ο κάθε εμπερίστατος, ο κάθε αναγκεμένος να μένει μόνος του, είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία η οποία και δεν αγαπά και δεν νοιάζεται. Το ίδιο και η εκκλησιαστική κοινότητα που παραμένει εγκλωβισμένη στην ατομική σωτηρία του καθενός., που αρκείται στην τήρηση των θρησκευτικών καθηκόντων του καθενός, που κρίνει με βάση την τυπολατρία, τον φόβο για την καθαρότητα της πίστης, την αδιαφορία για την προτεραιότητα της  αγάπης. Διότι η κοινότητα του παραλύτου έπρεπε να ιεραρχήσει το ποιος είχε περισσότερη ανάγκη από τους ασθενείς, και η ίδια να αποφασίσει ποιος θα μπει στην κολυμβήθρα. Το έλλειμμά της το δείχνει ο Χριστός. Αλλά την ίαση δεν την αποδέχεται η κοινότητα. Παραμένει σκληρόκαρδη και ασθενής. Γιατί δεν αγαπά.

            Ας μην την ακολουθήσουμε! Ας γλυκάνει η καρδιά μας! Ας δώσουμε προτεραιότητα στον άλλον, και ο Χριστός δεν θα λησμονήσει εμάς! Πίστη κι αγάπη χρειαζόμαστε!

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

3 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου

4/29/26

ΖΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΦΤΙΑΞΕ ΤΗΝ ΚΑΡΙΕΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

            

    Αυτό είναι το μότο των καιρών μας στα παιδιά που μεγαλώνουν: «ζήσε τη ζωή σου, φτιάξε την καριέρα σου και μετά οικογένεια». Η οικογένεια δεν θεωρείται προτεραιότητα σήμερα. Αντίθετα, θεωρείται ως η τελευταία σοβαρή κίνηση δύο ανθρώπων, πριν προχωρήσουν στη μέση ηλικία. Ζω τη ζωή μου σημαίνει περνάω καλά, ταξιδεύω, δεν έχω ευθύνες, βγαίνω έξω, δεν χρειάζεται να δεσμεύομαι. Για να κάνω οικογένεια πρέπει να έχω όχι απλώς σταθερή εργασία, αλλά καλά λεφτά, ώστε όταν θα έρθει η ώρα να κάνω παιδιά, να μη μου λείψει και να μην τους λείψει τίποτα. Διότι ένα παιδί δεν έχει ανάγκη την επιβίωση μόνο, αλλά οι γονείς πρέπει να έχουν χρήματα τόσα, ώστε να καλύπτουν τη μόρφωση, τις εξωσχολικές δραστηριότητες (για τις οποίες το παιδί δεν ερωτάται αν τις θέλει, αλλά οι γονείς αποφασίζουν, συχνά με κριτήριο τι κάνουν οι πολλοί, αλλά και για να μην τα έχουν το παιδί συνεχώς στο σπίτι). Επομένως, πρέπει να φτιάξω την καριέρα μου, ώστε να αισθάνομαι άνετα. Το παλιό ρητό «δύο μισθοί είναι πολύ καλύτεροι από τον ένα», και δύο άνθρωποι, όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους, μπορούν να χτίσουν οικογένεια δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί τους νέους σήμερα. Υπάρχει, κατά βάθος μια ανασφάλεια, αν η σχέση, ο γάμος, η οικογένεια θα κρατήσουν, και είναι προτιμότερο να μην υπάρχει εξάρτηση του ενός από τον άλλον. Και η αγάπη;

                Το μεγάλο πρόβλημα που γεννά η νοοτροπία της εποχής έχει να κάνει με τη σημασία της αγάπης για τη ζωή του ανθρώπου. Έχοντας αφήσει κατά μέρος τη σχέση με τον Θεό, ο νέος της εποχής δεν νοιάζεται να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ή, ακόμη κι αν στο βάθος της ψυχής του, ακριβώς επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, δηλαδή πλασμένοι για να αγαπάμε, ο νέος αισθάνεται αυτό το κενό νοήματος που προέρχεται από το έλλειμμα της αγάπης, εντούτοις ο πειρασμός της αυτάρκειας και του «παραπάνω» υπερνικά την ανάγκη να μοιραστούμε, αγαπώντας. Δεν ωριμάζουν γρήγορα οι νέοι. Παραμένουν μεγάλα παιδιά, τα οποία βολεύονται να μένουν στο πατρικό σπίτι, να έχουν καλυμμένες αρκετές από τις ανάγκες τους από τους γονείς και τους παππούδες, χωρίς να νιώθουν ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να χτίσει την ταυτότητά του συνθέτοντας ό,τι έλαβε, απορρίπτοντας ό,τι δεν μπορεί ή δεν πρέπει να σηκώσει και προσθέτοντας  το δικό του όνειρο, το οποίο δεν μπορεί να είναι χρήματα, καριέρα, καλή ζωή και όταν προκύψει άλλος άνθρωπος βλέπουμε.

                Αναρωτιόμαστε γιατί ένας νέος να κάνει οικογένεια όταν από τις ήδη υπάρχουσες  οι μισές είναι διαλυμένες, όταν προβάλλονται νέα πρότυπα οικογένειας, όπως η μονογονεϊκή, η ομόφυλη, η ανασυγκροτημένη, η συνεργατική, η χωρίς παιδιά από επιλογή. Η απάντηση έχει να κάνει με τη φύση μας, το ότι δηλαδή πλαστήκαμε ως όντα που σχετίζονται, δημιουργούν δεσμούς ισχυρούς, μοιράζονται, θυσιάζονται. Εδώ είναι το κλειδί. Η θυσία, η παραίτηση δηλαδή από το «εγώ και μόνο» και το μοίρασμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή η αναζήτηση της ευτυχίας στην αγάπη που είναι πρώτα προσφορά και μετά λήψη, δεν συγκινεί την εποχή μας. Και η παιδοκεντρική νοοτροπία, ότι το παιδί είναι ο βασιλιάς και το κέντρο του κόσμου, οδηγεί τον άνθρωπο, εκ νεότητός του, να μη θέλει να μοιραστεί, να αναλάβει ευθύνες, να κοπιάσει, να υπομείνει, να δώσει, για να πάρει. Έτσι, μεταθέτει όσο πιο αργά γίνεται την δημιουργία οικογένειας, παραθεωρώντας το ότι όσο μεγαλώνουμε, τόσο δυσκολευόμαστε, και σωματικά και ψυχικά, να μοιραστούμε.   

                Οι μεγαλύτεροι ας κάνουμε την αυτοκριτική μας  και ας εμπιστευθούμε πρώτοι τον Θεό και την πρόνοιά του, δείχνοντας θυσία και αγάπη. Αυτό είναι το πρότυπο για να αλλάξει η νοοτροπία. Και οι νεώτεροι, ας σπουδάσουν στην προτεραιότητα και την προοπτική της αγάπης, που γίνεται ζωή. Πιο νωρίς.   

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 29 Απριλίου 2026

4/25/26

ΑΓΟΡΑΣΑΣ ΣΙΝΔΟΝΑ

«Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).

«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος». 

Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και  δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και  Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα  έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!

Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο.  Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο.

Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο».  Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία,  τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο.

Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!

            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

26 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων

4/22/26

ΦΟΒΑΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ;

           


 Ο πρόσφατος λόγος του Πάπα Λέοντος ότι δεν φοβάται τον Αμερικανό Πρόεδρο και την παντοδυναμία των όπλων και της εξουσίας του, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσον η Εκκλησία έχει ανάγκη την εξουσία κάθε μορφής και κατά πόσον τη φοβάται. Στην καθ’ ημάς ορθόδοξη παράδοση ισχύει η “συναλληλία” Εκκλησίας και Πολιτείας. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την ορθόδοξη πίστη ως την επικρατούσα θρησκεία της πατρίδας μας, προσφέρει σε αυτήν κάποια προνόμια, σε συνέχεια των μεγάλων αγώνων της Εκκλησίας για να κρατηθεί ζώσα η ταυτότητα και η ιδιοπροσωπία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Τα προνόμια αυτά όμως δεν είναι λόγος για να σταματήσει η Εκκλησία να έχει άποψη για ό,τι τεκταίνεται στην κοινωνία και για τις όποιες αποφάσεις της Πολιτείας, ιδίως αν αυτές έχουν σχέση με ζητήματα πίστης.

             Η Εκκλησία έχει λόγο για τη ζωή των ανθρώπων και οφείλει αυτόν τον λόγο να τον καταθέτει. Είναι μάλλον αναπόφευκτο ο λόγος να είναι ελεγκτικός των κακώς πεπραγμένων. Ό,τι ακολουθεί την αλήθεια του Ευαγγελίου, συνήθως έρχεται σε ρήξη με τη νοοτροπία του κόσμου. Η Εκκλησία ουδέποτε φοβήθηκε να κρατήσει ακαινοτόμητη την διδασκαλία της, μόνο και μόνο για να μην διακινδυνεύσει την εκδήλωση της οργής της Πολιτείας. Δεν έχει ανάγκη η Εκκλησία την Πολιτεία, για να επιβιώσει. Ζητά όμως η Εκκλησία να υπάρχει γαλήνη στις σχέσεις της με την Πολιτεία, ώστε να έχουμε “ήρεμον και ησύχιον βίον”, όπως προσευχόμαστε στη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.

             Η Εκκλησία δεν είναι όμως ένα θεολογικό καθίδρυμα. Η παρουσία της είναι δεδομένη στην Ιστορία του κόσμου. Ζητά το “πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας”, αλλά δεν λησμονεί το “νυν”. Οι πιστοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, διότι η Εκκλησία είναι Οικουμενική και το μήνυμα της πίστης δεν απευθύνεται μόνο στους πιστούς αλλά σε όλους, έχουν την ανάγκη τόσο της επιβίωσης, όσο και της ελευθερίας να εκδηλώνουν την πίστη τους δημοσίως. Επίσης, έχουν την ανάγκη να στηρίζονται και από την Εκκλησία, την οποία βλέπουν και ζούνε ως Μητέρα. Έχουν ανάγκη να ακούνε τη γνώμη της Εκκλησίας για τη ζωή και την πραγματικότητα του κόσμου. Και η Εκκλησία δεν πρέπει να κρύβεται. Χρειάζεται θάρρος και παρρησία, όπως ο Χριστός διεμήνυσε, ώστε ο λόγος να ακούγεται. Βεβαίως και δεν πρέπει να έχει την απαίτηση η Εκκλησία η Πολιτεία να συμμορφώνεται. Θα βοηθούσε όμως πολύ την Πολιτεία να μην ξεχνά τον λόγο της Εκκλησίας, λόγο σοφίας, λόγο εμπειρίας, αγάπης και αλήθειας που έρχεται εκ Θεού.

             Από την άλλη, πολλοί πιστοί ζητούν από την Εκκλησία να εκφράζει λόγο για θέματα που δεν άπτονται της πνευματικής πορείας τους. Παρασυρμένοι από κινδυνολόγους και εσχατολογούντες, νομίζουν ότι η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί επαναστατικά και αντιστασιακά, όχι πάνω σε ζητήματα αλλοτρίωσης του ορθοδόξου φρονήματος, αλλά σε ζητήματα που επαφίενται στην προσωπική ευθύνη και τον αγώνα του πιστού ως πολίτη στο “νυν” της Ιστορίας. Ζητούν και απαιτούν μια Εκκλησία που να βλέπει παντού εχθρούς και όχι μια Εκκλησία που να αγαπά και να ορθοτομεί εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης της πίστης. 

             Έχει σημασία η διακήρυξη της ανάγκης για ειρήνη στον κόσμο. Η καταδίκη της αλαζονείας των Ισχυρών. Η αίσθηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να ευλογεί επιθετικούς πολέμους. Από την άλλη, η θέση της Εκκλησίας είναι δύσκολη όταν γίνονται πόλεμοι των οποίων οι αιτίες δεν είναι μονόπλευρες και το δίκιο δεν είναι εμφανές. Από το σημείο αυτό όμως μέχρι τού να ευλογείται η εξουσία αδιακρίτως η απόσταση είναι μεγάλη.                                               

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"

στο φύλλο της Τετάρτης 22 Απριλίου 2026

4/18/26

ΚΑΘΩΣ ΑΠΕΣΤΑΛΚΕ ΜΕ Ο ΠΑΤΗΡ, ΚΑΓΩ ΠΕΜΠΩ ΥΜΑΣ



“Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς”
(Ιωάν. 20, 21)
Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε καὶ πάλι, «Εἰρήνη νὰ εἶναι μαζί σας. Καθὼς ἔστειλε ἐμὲνα ὁ Πατέρας καὶ ἐγὼ στέλνω ἐσᾶς».

    Η Κυριακή του Θωμά, η πρώτη μετά το Πάσχα, με αφόρμηση το ευαγγέλιο της ψηλάφησης του Κυρίου από τον Θωμά, είναι μία υπενθύμιση σε όλους μας της αναστάσιμης αποστολής μας. Ο Χριστός εμφανίζεται στους δέκα μαθητές Του (πλην του Θωμά που έλειπε και του Ιούδα που έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του, μη μπορώντας να μετανοήσει και να ταπεινωθεί μετά την προδοσία), τους λέει να έχουν ειρήνη, τους λέει ότι όπως έστειλε ο Πατέρας Του τον Ίδιο στον κόσμο να νικήσει για λογαριασμό όλων μας τον θάνατο και να μας δώσει την ανάσταση και τη ζωή, έτσι κι Εκείνος μάς στέλνει  στον κόσμο, για να διακηρύξουμε τη νίκη κατά του θανάτου, την συγχώρεση των αμαρτιών και την ανάσταση στο πρόσωπο του Χριστού.
    Αυτή είναι η αποστολή μας. Να ειρηνεύσουμε, όντας βέβαιοι ότι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε  δεν μας εγκαταλείπει. Είναι Θεός ζωής και όχι θανάτου, Θεός ζώντων και όχι νεκρών. Είναι Θεός ο Οποίος στέκεται δίπλα μας και μας προτρέπει η καρδιά μας να μην ταράζεται ούτε από τη δειλία για το εξουσιαστικό πνεύμα του κόσμου τούτου, ούτε από την απόγνωση διότι είμαστε λίγοι, κάποτε και κεκρυμμένοι διά τον φόβον των αντιθέων δυνάμεων. Εκείνος είναι μαζί μας. Εκείνος μάς στηρίζει σε κάθε δοκιμασία μας. Γνωρίζει τι είναι ωφέλιμο για μας και μας το δίνει. Γνωρίζει να μας παρηγορεί στις θλίψεις μας. Και μας μεταδίδει την προσδοκία και την εμπειρία της ανάστασης, δηλαδή της δύναμης της αγάπης, η οποία νικά τον θάνατο.
    Να νιώσουμε ότι οι αμαρτίες μας συγχωρούνται, όχι διότι εμείς έχουμε τη δύναμη να το πράξουμε, αλλά διότι το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο κατοικεί στην Εκκλησία και την αγιάζει, δίνει τη χάρη, ώστε όχι να ακυρώνονται τα λάθη μας, αλλά να μην είναι αυτά που δεσμεύουν τη ζωή μας. Να μην είναι αυτά που μας εμποδίζουν να προχωρούμε, διότι όποιος πιστεύει στον Χριστό, ζει στην Εκκλησία τη χάρη και τη χαρά της μετάνοιας ως εμπιστοσύνης στον Θεό και στο θέλημά Του και ως αναγνώρισης ότι υπάρχουμε διότι ο Χριστός υπάρχει εν ημίν και το θέλουμε αυτό. Ουδέποτε θα πάψουμε να αμαρτάνουμε, διότι όλη η ζωή μας είναι μία συνεχής ρήξη ανάμεσα στο θέλημά μας και στο θέλημα του Θεού. Το θέλημά μας μάς κάνει να νομίζουμε ότι η εκπλήρωση των επιθυμιών μας, ακόμη κι αν αυτές μοιάζουν εύλογες, θα μας κάνει ευτυχισμένους. Ευτυχία όμως είναι η αγάπη. Είναι η σχέση με τον Χριστό. Είναι η πίστη ότι το “αγαπάτε αλλήλους” και το “Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή” είναι ο τρόπος που μας δίνει νόημα όχι εφήμερο, αλλά παντοτινό.
    Και η αποστολή μας προχωρά, ακόμη κι αν έχουμε λογισμούς αμφιβολίας. Ακόμη κι αν οι σκέψεις μας και οι αισθήσεις μας απαιτούν αποδείξεις, ο Χριστός συγκαταβαίνει. Όποιος αγαπά, δεν απαιτεί. Όποιος αγαπά, δίδεται. Και ο Χριστός ήδη προσφέρεται εις βρώσιν τοις πιστοίς, διά του Σώματος και του Αίματός Του. Ο Χριστός είναι έτοιμος να αφεθεί στην ψηλάφησή μας, να ανεχτεί την άρνησή μας, να μας δώσει την ευκαιρία “μεθ' ημέρας οκτώ” στη ζωή μας γενικότερα και όχι “εδώ και τώρα” να Τον βρούμε. Και βρίσκουμε την αγάπη Του και τη σπουδάζουμε. Βρίσκουμε τη χάρη της αγιότητας. Ακούμε τη φωνή Του στην καρδιά μας να μας ψιθυρίζει “βάλε την χείρα σου”. Ζητά όμως από εμάς όχι την απιστία του εξυπνακισμού και της υπερηφάνειας, αλλά την αμφιβολία που πηγάζει από τη δίψα για την αλήθεια και Εκείνος θα μας φανερωθεί.
    Όσοι από εμάς αισθανόμαστε ότι στην Εκκλησία βρίσκουμε τον Αναστάντα Χριστό, ότι η καρδιά μας ειρηνεύει, ότι και στους κλονισμούς μας την αλήθεια θέλουμε και όχι την αυτοδικαίωσή μας ή την αίσθηση ότι πρέπει με κάθε τρόπο να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει Θεός για να κάνουμε θεό τον εαυτό μας ή το τίποτα, ότι τελικά οι αμαρτίες μας δεν είναι το τέλος ή η απόγνωσή μας, μπορούμε να κάνουμε την Ανάστασή Του ανάστασή μας. Και να παλέψουμε, νιώθοντας ότι έχουμε την αποστολή να διακηρύξουμε Χριστόν Αναστάντα στον κόσμο μας, τον μικρό και τον μεγάλο, σ’ αυτόν που ακούει και σ’ αυτόν που προσπερνάει, άλλοτε με τον λόγο, άλλοτε με την προσευχή, πάντοτε όμως με την αγάπη που φωτίζει!
    Χριστός Ανέστη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
19 Απριλίου 2026
Κυριακή του Θωμά

4/17/26

ROWAN WILLIAMS, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΤΕΚΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ- ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 


ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 178- ROWAN WILLIAMS, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΤΕΚΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ- ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, μτφρ. Χρήστος Μακρόπουλος, εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ

    Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας Rowan Williams είναι ένας χριστιανός που μας εκπλήσσει. Προσωπικός φίλους του αείμνηστου Μητροπολίτη Διοκλείας και μεγάλης μορφής της Ορθόδοξης Θεολογίας Κάλλιστου Γουέαρ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, μετέφρασε στα αγγλικά τη Φιλοκαλία των Νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας, έχει επηρεαστεί έντονα από αυτόν, με αποτέλεσμα η γραφή του να είναι ορθόδοξη και όχι δυτική. Ο Williams παραιτήθηκε από Αρχιεπίσκοπος το 2012, -Κύριος οίδε- διαβλέποντας τί επρόκειτο να συμβεί στην Αγγλικανική Εκκλησία, και αποσύρθηκε στα ακαδημαϊκά καθήκοντα, φτάνοντας στο αξίωμα του Πρύτανη στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Το 2017 εξελέγη Εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών. Άνθρωπος πολυγραφότατος, αναζητητής, σπουδαστής και της Ορθόδοξης Θεολογίας και παράδοσης, συνεχίζει να μας εκπλήσσει με τις γραφές του που είναι πιο ορθόδοξες από ορθοδόξους!
    Από τις εκδόσεις Εν Πλω μεταφράστηκε στα ελληνικά (εξαίρετη η δουλειά του Χρήστου Μακρόπουλου) το βιβλίο του “Εκεί που στέκει ο Χριστός- τα πάθη του ανθρώπου και οι Μακαρισμοί του Θεού”. Διαβάζοντάς το (το λογοπαίγνιο “ εκεί που στέκει ο Χριστός” λειτουργεί συνειρμικά ως μία απάντηση στο “Εδώ στέκομαι” του πρωτεργάτη της Μεταρρύθμισης Μαρτίνου Λούθηρου), ο αναγνώστης μένει έκθαμβος από τον τρόπο που ο Williams προσεγγίζει ένα θέμα-κλειδί για τον ατομοκεντρικό άνθρωπο, δημιούργημα και της προτεσταντικής παράδοσης. Σε μια εποχή στην οποία η αμαρτία έχει υποκατασταθεί από το δικαίωμα να ζήσω όπως θέλω, αλλά και η επιθυμία έχει ταυτιστεί με τον εγωκεντρισμό να κάνω ό,τι θέλω, ο Williams βλέπει τα οκτώ κύρια πάθη του ανθρώπου, όπως τα καταγράφει ο Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος, μεγάλη μορφή της φιλοκαλικής και ασκητικής παράδοσης, ως μία αντεστραμμένη πυραμίδα, στην οποία οι οκτώ μακαρισμοί του Χριστού στην επί του Όρους ομιλία λειτουργούν ως αντίβαρα και απαντήσεις!
    “Είμαστε επειδή είναι ο Θεός. Και είμαστε αυτό που είμαστε, επειδή ο Θεός είναι αυτό που είναι”  (σ. 57), επισημαίνει ο Williams.  Η παγίδα της εποχής μας είναι ο θρίαμβος της αυτοθέωσης και της αυτοδικαίωσης. Δεν χρειάζομαι τον Θεό για να είμαι, για να υπάρχω. Είμαι, επειδή είμαι. Δεν χρειάζομαι κατ’ ανάγκην να βλέπω τους άλλους ως εικόνες Θεού, να υπάρχω και γι’ αυτούς, αλλά μόνο να τους χρησιμοποιώ ως αντικείμενα. Αυτό διακηρύσσει η εποχή μας, αποθεώνοντας το κάθε εγώ, ζητώντας να είμαστε ο εαυτός μας, χωρίς να χρειάζεται να αλλάξουμε. Όλοι γνωρίζουμε την πλάνη αυτή, την οποία ο θάνατος, ο έσχατος εχθρός μας, έρχεται να δείξει την ματαιότητά της. Και περνάμε τη ζωή μας παραδομένοι στα πάθη μας, δικαιολογώντας τα, αρνούμενοι να αγαπήσουμε και να αφήσουμε τον Θεό να έχει τον τελευταίο λόγο στη ζωή μας, χωρίς ταπείνωση δηλαδή και, τελικά, χωρίς ελευθερία.
    Ο Williams χαρτογραφεί την ψυχή και προτείνει τη λύση. Αντί της υπερηφανείας την πτωχεία τω πνεύματι, δηλαδή την επίγνωση ότι έχουμε ανάγκη τον Θεό. Αντί της ακηδίας, που μοιάζει με το μεσημβρινό δαιμόνιο του Ψαλμωδού, το πένθος των Μακαρισμών, δηλαδή την αποδοχή ότι πονάμε κι εμείς και ο κόσμος και αυτό είναι πραγματικότητα, χωρίς να παρασυρόμαστε από έναν πολιτισμό που μας λέει ότι πρέπει συνεχώς κάτι να κάνουμε, να τα βλέπουμε όλα ωραία, καταπνίγοντας την οδύνη μας. “Αναγνωρίζω το πόνο μου , το αίσθημα της απώλειας που βιώνω, και δεν πάω να κρυφτώ από αυτό. Αναγνωρίζω ότι ο κόσμος είναι σημαδεμένος από την αδικία και τον πόνο, κι εγώ είμαι εδώ για να Σου το πω φωναχτά, εναποθέτοντας αυτόν τον πόνο ενώπιόν Σου” (σ. 106). Αντί της οργής, που δεν είναι το περιεχόμενό της αν είναι δίκαιο ή άδικο, αλλά κατά πόσον τυφλώνει τα μάτια της ψυχής μας, να αντιτάξουμε την πραότητα, δηλαδή την απόφασή μας να παλέψουμε να αναπαύουμε τους άλλους, με γαλήνη και εσωτερική εγρήγορση, με αποδοχή των τραυμάτων τους, όπως και των δικών μας. Αντί της γαστριμαργίας , που έχει να κάνει με την περιττή πολυτέλεια, την κατανάλωση περισσοτέρων αγαθών και όχι μόνο τροφής, την επιθυμία δηλαδή να παραφουσκώσουμε τον εαυτό μας με πράγματα που δεν μας χρειάζονται, με την μη αποδοχή της κτιστότητάς μας, με την πείνα και δίψα για δικαιοσύνη, για αγάπη δηλαδή  που μοιράζεται ό,τι έχουμε και ό,τι είμαστε, όπως έκανε ο Χριστός. Αντί για τη φιλαργυρία, δηλαδή την επιθυμία μας να ελέγξουμε το μέλλον, τον εαυτό μας, τον άλλον, διά των υλικών αγαθών και της πλεονεξίας, του φόβου μας μην τυχόν και βρεθούμε στο έλεος των άλλων και του μέλλοντος, που μας οδηγεί στην εξασφάλιση πόρων με κάθε μέσο, να αντιτάξουμε την εμπιστοσύνη μας στο έλος και την πρόνοια του Θεού. Αντί της λαγνείας, δηλαδή της επιθυμίας χρήσης του άλλου ως αντικειμένου για την ικανοποίηση κάθε δικής μας επιθυμίας, με την καθαρότητα της καρδιάς, δηλαδή την επιθυμία να είμαστε ανοιχτοί στην αλήθεια και στην αγάπη, να βρούμε την αλήθεια και την ομορφιά του άλλου, αφήνοντας κατά μέρος το κακό. Αντί του φθόνου ή της κενοδοξίας, δηλαδή του φόβου μήπως στερηθούμε αυτό που θεωρούμε ότι δικαιωματικά μας ανήκει και η απόφασή μας να χρησιμοποιούμε το φαίνεσθαι ή το ψεύδος για να δοξαστούμε και προληπτικώς και πραγματικώς, να αντιτάξουμε την ειρήνη που έρχεται με τη βεβαιότητα ότι ο Θεός μας αγαπά, χωρίς να μας συγκρίνει με κάποιον άλλον και χωρίς να παίζει το παιχνίδι του μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή πως ό,τι λείπει από εμάς το έχει κάποιος άλλος ή ό,τι έχουμε εμείς το χάνει κάποιος άλλος, καθώς η αγάπη του Θεού είναι για όλους και περίσσεια. Αντί για τη λύπη ή την απελπισία που εγκλωβίζεται στη στόχευση της ζωής με κέντρο τον εαυτό μας, την αποτυχία και την επιτυχία, με τον ονειδισμό μας για χάρη της αγάπης, για χάρη του Θεού, με την πίστη ότι οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας δίδονται για την ωρίμασή μας και όχι για την καταξίωσή μας, με την απόφασή μας να μην αντιτάξουμε βία στη βία, με την υπομονή στον διωγμό, με το κράτημα της πίστης ως εμπιστοσύνης. Όλη αυτή η θέαση και η εμπειρία μας οδηγεί τελικά στην ευγνωμοσύνη και την ευχαριστία για τη σχέση μας με τον Χριστό. 
    Αν το βιβλίο είναι μια έκπληξη, το δεύτερο μέρος του κάνει την έκπληξη ακόμη μεγαλύτερη. Ο Williams λειτουργεί με έναν τρόπο εκκλησιοκεντρικό. Αναλύει την έννοια της πνευματικότητας όχι στην προοπτική της αρμονίας και της ισορροπημένης ζωής εν τω κόσμω, όχι στην προοπτική μιας σοφίας δοσμένης με φιλοσοφικό τρόπο ή με τον τρόπο του life coaching, για να μπορούμε να είμαστε καλά, αλλά με την απόφασή μας να σταθούμε στον τόπο του Χριστού και να πορευθούμε με τον τρόπο του Χριστού, στον τρόπο της προσευχής και της αγάπης και της θέασης του άλλου “όχι με όρους ανταγωνισμού αλλά στην προοπτική της ενσάρκωσης, στο πρόσωπο του άλλου, μιας θείας δωρεάς. Η ζωή εν Πνεύματι είναι ζωή πέρα από τα όρια που εγείρονται ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους και ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό [μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω: και ανάμεσα σε εμάς και τον εαυτό μας, αφού το θείο Πνεύμα ανασύρει από μέσα μας αυτό που δεν γνωρίζαμε ότι ποθούσαμε (Ρωμ. 8,26)]. Η πνευματική ζωή- η ζωή εν Πνεύματι- είναι ζωή οριστικά απαλλαγμένη από τις εμμονές της αυτοδικαίωσης, αφού ο τόπος του Ιησού είναι ο τόπος Εκείνου στον οποίο ο Πατέρας αιωνίως λέει “ΝΑΙ”. Δεν υπάρχει ανάγκη να διαπραγματευτούμε τον χώρο ή να διεκδικήσουμε εύνοια και προνόμια, καθώς αυτά έχουν ήδη δοθεί, και πάντοτε δίνονται, στον Ιησού και διά του Ιησού” (σσ. 185-186).
    Αυτός είναι ο τρόπος της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία και τη ζωή της βρίσκουμε την ερωτική κλήση του Θεού προς τον άνθρωπο και αυτό βιώνεται σε όλη τη μυστική παράδοση, τόσο της Ανατολής- Ορθοδοξίας, όσο και της χριστιανικής Δύσης. Ο Χριστός είναι ο Άλλος, ο κάθε άλλος, στον τόπο του οποίου καλούμαστε να γεννιόμαστε ως λογικά υποκείμενα, ως πρόσωπα που ζούμε την πορεία προς το καθ΄ομοίωσιν. Η χριστιανική ταυτότητα βλέπει τον Χριστό ως τον Κύριό μας και μας καλεί στον κόσμο, όπου ζούμε, χωρίς να παραθεωρούμε την ιστορία και την εκάστοτε εξουσία, να χαράσσουμε τη γραμμή οριοθέτησης: απέναντι στο κράτος σεβασμός, αλλά όχι συμμόρφωση όταν το κράτος δεν θέλει να επιτρέψει στον χριστιανό να ζει την πίστη στον Χριστό ως προτεραιότητα. Η πρώιμη χριστιανική σκέψη  δείχνει ξεκάθαρα ότι η ζωή της Εκκλησίας είναι “μία εντόνως κοινοτική ζωή, που τη χαρακτηρίζει η αλληλεγγύη και η πειθαρχία, ταυτόχρονα όμως γίνεται επίμονα λόγος για μια καθολική συμπόνοια και ευσπλαχνία” (σ. 223). Ο δρόμος αυτός πηγάζει από το Τριαδολογικό δόγμα: “ο Ιησούς είναι η επί γης όψη της αιώνιας αγάπης μεταξύ του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος” (σ. 224). Ο Ιησούς είναι ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, ο Οποίος μας οδηγεί εν Αγίω Πνεύματι στον Πατέρα. “Το δόγμα, η προσευχή και η ηθική δεν βρίσκονται σε τακτοποιημένα χωριστά κουτάκια: το καθένα διαμορφώνει τα άλλα. Και δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι κατά τις περιόδους που μειώνεται η καθαρότητα των προτεραιοτήτων της Εκκλησίας ως κοινότητας, παρατηρείται και μια θολότητα ως προς το δόγμα. Ούτε θα πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι, ενδεχομένως, μειώνεται η θέρμη μας ως προς τη διακονία, τη συγχώρεση ή την ειρήνη, όταν έχουμε πάψει να σκεφτόμαστε με διαύγεια για τον αληθινό και αιώνιο χαρακτήρα του Θεού” (σ. 231).
    Ο Williams κλείνει το βιβλίο του με μία δυνατή προτροπή: “η πίστη μας εξακολουθεί να είναι μια ,,φιλοσοφία του κελιού μελλοθανάτου’’, ιδίως μέσα σ’ έναν κόσμο που συγχέει τη ,,ζωή’’ με τη νίκη, την ευμάρεια, την κατασφάλιση εις βάρος των άλλων. Γνωρίζουμε καλύτερα τι σημαίνει πραγματικά η ζωή, τι πρέπει να εγκαταλειφθεί ώστε αυτή να ανθίσει, ποιες εκπληκτικές προοπτικές δωρεών διανοίγονται για εκείνους που βρίσκουν το θάρρος να κάνουν το βήμα πέρα απ’ τα συμβατικά και θρησκευτικά αυτονόητα. Κι αν ένας τέτοιος αγώνας είναι δύσκολος- και είναι δύσκολος, ακόμη κι αν , εδώ και τώρα, δεν απειλούμαστε με μαρτύριο- τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για κοινότητες πιστών που προσπαθούν να κάνουν βίωμα τις ριζοσπαστικές επιταγές: μοναστικές κοινότητες κατά τα παλαιά πρότυπα, νέες κοινότητες που εστιάζουν στην ειρήνη και τη μη-βία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε από αυτά ως απομονωμένα άτομα, υιοθετώντας κάποια εσωτερική θρησκευτικότητα. Χρειαζόμαστε τη συγκεκριμένη πραγματικότητα του Σώματος του Χριστού, η οποία τρέφεται από το Σώμα και το Αίμα Του” (σ. 233).
    Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που θα καλέσει σε τέτοιες κοινότητες, υπερβαίνοντας τη θρησκευτική συνήθεια. Χρειαζόμαστε να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αγωνιζόμενοι να υπερβούμε τα πάθη μας, όχι όμως για τον εαυτό μας μόνο, αλλά στα πλαίσια του “εμείς” της κοινότητας. Μακάρι να αφυπνιστούμε, ιδίως οι κληρικοί.
    Ένα βιβλίο που αξίζει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
16 Απριλίου 2026

4/14/26

ΠΑΣΙ ΖΩΗΝ ΑΝΑΤΕΛΛΩΝ

    Σε έναν από τους πιο όμορφους αναστάσιμους ύμνους ο υμνογράφος μάς καλεί να ξυπνήσουμε στο βαθύ χάραμα, σαν τις Μυροφόρες γυναίκες, και να βαδίσουμε προς την Εκκλησία, η οποία διαφυλάττει τον τάφο του Χριστού, φέρνοντας μαζί μας όχι το μύρο που οι γυναίκες κρατούσαν για να αλείψουν με αυτό το σώμα του Κυρίου, αλλά στα χείλη τον θριαμβευτικό ύμνο της Ανάστασης, και τότε θα αξιωθούμε να δούμε τον Χριστό ως τον Ήλιο της Δικαιοσύνης να ανατέλλει σε όλους τη ζωή. 
    Οι αναστάσιμες μέρες φέρνουν μαζί τους ένα αλλιώτικο φως. Δεν είναι το υλικό, το αισθητό, αυτό που κάνει τον κόσμο να φωτίζεται, να αισιοδοξεί, να αισθάνεται τη χαρά της ημέρας, να πηγαίνει στην εργασία του, να συναντά τους άλλους, να αισθάνεται ότι καλείται να βγάλει δημιουργικότητα, παραγωγικότητα, χαρά και αισιοδοξία από μέσα του. Η Ανάσταση μάς δίνει το φως ενός άλλου νοήματος ζωής. Ότι, χάρις στον Χριστό, κληθήκαμε να παλέψουμε εναντίον του σκοταδιού το οποίο υπάρχει μέσα και έξω μας. Το μέσα μας έχει να κάνει με το φόβο, τον θυμό, το μίσος, το αίσθημα ότι δεν φτάνει η ζωή για να χαρούμε, ότι οι άλλοι μας υποβλέπουν, ότι κάθε επιθυμία μας πρέπει να εκπληρωθεί. Κι αν αυτό δεν γίνει, τότε είμαστε αδικημένοι κι όλα μοιάζουν σκοτεινά. Το έξω μας έχει να κάνει με την κατάσταση του κόσμου, την τεχνολογία που την χρησιμοποιούν για να μας ελέγξουν, την απιστία και την αθεΐα που κάνουν θόρυβο, τον πόλεμο που δεν τελειώνει, τους λίγους ή τους πολλούς που δεν μας καταλαβαίνουν. Κι όταν μας λείπει η συνεννόηση, η ελπίδα, η αγάπη από τους άλλους, τότε αισθανόμαστε σκοτεινιά. 
    “Πάσι ζωήν ανατέλλων” είναι ο Χριστός. Η ζωή έρχεται από Εκείνον που είναι το φως του κόσμου. Η ανάσταση είναι η νίκη κατά του μεγαλύτερου σκοταδιού που μπορεί να υπάρξει στην πραγματικότητά μας, εκείνου του θανάτου. Ο θάνατος, είτε πνευματικός είτε σωματικός είτε της κάθε ήττας μας, μοιάζει ακατάβλητος. Όμως η παρουσία του Αναστάντος Κυρίου, που λειτουργεί ως Ήλιος μιας άλλης Δικαιοσύνης, αυτής της αγάπης, γίνεται αρχή νέας πορείας. Πέρα από τα έθιμα, πέρα από τις συνήθειες που μας βγάζουν όντως από τη ρουτίνα μας, αν καταφέρουμε να ανοίξουμε την καρδιά μας στη χαρά της νέας ζωής, τότε θα μπορέσουμε να γίνουμε δέκτες του φωτός, να εορτάσουμε την νέκρωση του Άδη και την νέα βιοτή, αυτή που δεν νικιέται από τον χρόνο.
    Έχουμε ανάγκη από αυτήν την νέα βιοτή σήμερα. Ο καιρός της κατάθλιψης, του κακού, της ενασχόλησης με τον πόνο, την ψευτιά, την εκμετάλλευση, των ψεύτικων ειδήσεων και υποσχέσεων, δεν αλλάζει αν δεν εισοδεύσουμε στο Φως του Χριστού. Δεν είναι πρόσκαιρο γεγονός η Ανάσταση, ούτε μια υπόσχεση του μέλλοντος. Είναι παρούσα στο χαμόγελο ενός παιδιού, στο δάκρυ της μετάνοιας, στο αγκάλιασμα του απογοητευμένου, στη συνάντηση μιας παρέας που ξέρει τι θέλει, στην απόφαση να ξεκινήσουμε έχοντας Εκείνον παρόντα, όταν Τον αφήνουμε να αλλάξει τη ζωή μας! Αλλάζοντας εμείς, στη θέα του Χριστού, αλλάζει κι ο κόσμος! 
    Η πρακτικότητα της εποχής, ακολούθημα της τεχνολογικής έκρηξης και της παντοδυναμίας με την οποία μπόλιασε τον νου μας, δεν μπορεί να ομορφύνει την καρδιά, να μας φέρει κοντά, να μας δώσει ελπίδα του αιώνιου και νόημα στο παρόν. Τα έτοιμα και κατασκευασμένα, δεν βιώνονται. Απλά παρατηρούνται και προσπερνούν. Η ζωή που ανατέλλει εκ του Τάφου είναι η απάντηση, που, χωρίς να ακυρώνει τις όποιες πρακτικές ανάγκες, τις οδηγεί στο αληθινό τους μέτρο: να μοιραστούμε ό,τι έχουμε, να δώσουμε ό,τι μας δίνει ο Χριστός. Αυτή είναι η καινούργια ζωή!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
στο φύλλο της Νιας Τετάρτης 15 Απριλίου 2026